αιγυπτιολογία

Η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη του αρχαίου αιγυπτιακού πολιτισμού. Στις αρχές της Αναγέννησης, οι γνώσεις για τον αιγυπτιακό πολιτισμό προέρχονταν αποκλειστικά σχεδόν από τα έργα των Ελλήνων κλασικών Ηρόδοτου, Διόδωρου Σικελιώτη, Στράβωνα, Πτολεμαίου και Πλούταρχου, από τη Βίβλο, από το έργο του Εβραίου ιστορικού Ιώσηπου και τέλος από τα μνημεία, κυρίως οβελίσκους, που οι Ρωμαίοι είχαν μεταφέρει στη Ρώμη. Από τον 17ο όμως αι., οι συχνές επισκέψεις Ευρωπαίων ταξιδιωτών στην Αίγυπτο ανακίνησαν το ενδιαφέρον για μια καλύτερη και αμεσότερη γνώση του πολιτισμού της. Ο Βρετανός αστρονόμος Τζον Γκριβς (1602-52), μετά από ένα ταξίδι στη χώρα, έγραψε την Πυραμιδογραφία (1646), όπου αναθεωρούσε παλαιότερες απόψεις για τις πυραμίδες και αναφερόταν στα αποτελέσματα προσωπικών διαπιστώσεών του για την οικοδόμησή τους. Η συστηματική ωστόσο μελέτη του αιγυπτιακού πολιτισμού άρχισε με τον Ναπολέοντα. Στην εκστρατεία του στην Αίγυπτο (1798) συνοδευόταν από πολλούς αρχαιολόγους, λόγιους και καλλιτέχνες, οι οποίοι με τις έρευνές τους, έθεσαν τις βάσεις της α. Όλοι μαζί συνεργάστηκαν στην έκδοση του σημαντικότερου έργου Περιγραφή της Αιγύπτου (1809-28), το οποίο περιέχει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για τον αρχαίο αιγυπτιακό πολιτισμό. Σταθμό για την α. αποτελεί η αποκρυπτογράφηση της ιερογλυφικής γραφής (στήλη της Ροζέτας) που πραγματοποιήθηκε από τον Ζαν Φρανσουά Σαμπολιόν το 1822. Η αποκρυπτογράφηση αυτή επέτρεψε την κατανόηση των κειμένων που αποκάλυψαν άγνωστες πτυχές του αιγυπτιακού πολιτισμού και έδωσαν νέες κατευθύνσεις και δυνατότητες στην έρευνα. Τη μελέτη ωστόσο της γλώσσας την προώθησαν κυρίως οι Γερμανοί, που συγκέντρωσαν μεγάλο επιγραφικό υλικό και βελτίωσαν τη μέθοδο αντιγραφής των κειμένων. Ομάδα Γερμανών επιστημόνων με την καθοδήγηση του Αδόλφου Έρμαν εργάστηκε δημιουργικά για τη σύνταξη μεγάλου λεξικού της ιερογλυφικής (1926-53) καθώς και για τη συγγραφή γραμματικής της αρχαίας αιγυπτιακής γλώσσας. Όλα αυτά συνέβαλαν ώστε οι μεταφράσεις των αιγυπτιακών κειμένων να χαρακτηρίζονται τώρα από πιστότητα και ακρίβεια. Παράλληλα με τη μελέτη της γλώσσας και της φιλολογίας, οι μεθοδικές ανασκαφές έφεραν στο φως σημαντικά ευρήματα που συμπλήρωσαν πολλά κενά, εδραίωσαν τις γνώσεις και προώθησαν την επιστήμη της α. Μεταξύ των ιδρυτών της αιγυπτιακής αρχαιολογίας πρέπει να αναφέρουμε τον Ογκίστ Μαριέτ (1821-1881) και τον Γκαστόν Μασπερό (1846-1916). Ο Ογκίστ Μαριέτ, που ίδρυσε και το Μουσείο του Καΐρου, έκανε ανασκαφές στη Σακάρα το 1850 και στο Σεράπειο και ανακάλυψε πολλούς τάφους, γνωστούς ως μαστάμπα.Οι πυραμίδες εξάλλου της Γκίζας ερευνήθηκαν από τον Ρίτσαρντ Χάουαρντ-Βάιζ και τον Τζο Πέρινγκ το 1837-38. Το 1925 ο Ράισνερ βρήκε τον κρυμμένο τάφο της Χετεφέρης, μητέρας του Χέοπα (Χουφού) και, παλαιότερα, ο Πέτρι έκανε ανασκαφές στην Τελ-ελ-Αμάρνα (1891-92) που τις συνέχισε ο Γερμανός Λούντβιχ Μπόρχαρντ (1907-14). Κατά τις ανασκαφές του τελευταίου ήρθε στο φως ένα από τα ωραιότερα έργα της αιγυπτιακής γλυπτικής, η χρωματισμένη κεφαλή της βασίλισσας Νεφερτίτης. Στην περιοχή, τέλος, των Θηβών (Λούξορ) ανακαλύφθηκε το 1922 από τον Χάουαρντ Κάρτερ ο τάφος του Τουτανχαμόν με τους θησαυρούς του, που βρίσκονται τώρα στο αρχαιολογικό μουσείο του Καΐρου. Σήμερα λειτουργούν, τόσο στην Αίγυπτο όσο και σε άλλες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής, πολλά ινστιτούτα α. που συγκεντρώνουν το πλούσιο υλικό (αρχαιολογικό, φιλολογικό και γλωσσικό), το αξιοποιούν και μεθοδεύουν την έρευνα.
* * *
η [αιγυπτιολόγος]
η επιστήμη που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη τού αρχαίου αιγυπτιακού πολιτισμού.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αιγυπτιολογικός — ή, ό [αιγυπτιολογία] ο σχετικός με την αιγυπτιολογία …   Dictionary of Greek

  • -λογία — (AM λογία) β συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ονομάτων που σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος ή από ρ. σε λογώ και ανάγονται στο ρ. λέγω είτε με τη σημασία τού «μιλώ», άρα και τού «ασχολούμαι με κάτι» (πρβλ. αερολογία, ευφυολογία, φιλολογία), είτε με …   Dictionary of Greek

  • αιγυπτιολόγος — ο, η ο ειδικός επιστήμονας που ασχολείται με την αιγυπτιολογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < Αιγύπτιος + λόγος < λέγω, πρβλ. γαλλ. egyptologue] …   Dictionary of Greek

  • Γιανγκ, Τόμας — (Thomas Young, Μίλβερτον 1773 – Λονδίνο 1829). Άγγλος φυσικός, γιατρός και αιγυπτιολόγος. Ο Γ. ήταν προικισμένος με εξαιρετικές ικανότητες και υπήρξε παιδί θαύμα. Σε ηλικία δύο ετών άρχισε να διαβάζει και στα τέσσερα μπορούσε με άνεση να… …   Dictionary of Greek

  • Νερούτσος, Τάσος — (Αθήνα 1826 – Αλεξάνδρεια 1892). Αρχαιολόγος και γιατρός. Σπούδασε φιλολογία και ιατρική στο Μόναχο με υποτροφία του Λουδοβίκου της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα. Το 1851 εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου παράλληλα με την άσκηση της ιατρικής,… …   Dictionary of Greek

  • ειδικεύω — ειδίκευσα, ειδικεύτηκα, ειδικευμένος, μτβ. 1. περιορίζω κάτι σε μία μόνο περίπτωση, το μερικεύω: Ειδικεύω την ερώτησή μου. 2. κάνω κάτι ή κάποιον ειδικό σε ορισμένο κλάδο, κατάλληλο για ορισμένη χρήση ή σκοπό: Ειδικεύει τους φοιτητές στην… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ειδικότητα — η 1. η ιδιότητα του ειδικού (βλ. λ.), η αποκλειστική ικανότητα και ειδίκευση σε κάποιον κλάδο επιστήμης ή τέχνης. 2. αυτός που έχει την ειδικότητα, ο ίδιος ο ειδικός σε κάτι: Έχει ειδικότητα στην αιγυπτιολογία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.